δότης
δότ-ης, ου, ὁ, later form of δοτήρ, LXX Pr. 22.8, 2 Ep.Cor. 9.7.
que da, dador
θεός
ἀνὴρ ἱλαρὸς καὶ δ.
op. αἰτητής
δότης, ου (ὁ) c. le préc. NT. 2 Cor. 9, 7.
Étym. δίδωμι.
δότης, ὁ, = δοτήρ, LXX.
que da, dador
θεός
ἀνὴρ ἱλαρὸς καὶ δ.
op. αἰτητής