Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δῦναι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυηπαθής
δυηπαθία
δυηπαθίη
δυήπαθος
δῦθι
δυθμά
δυθμή
δυϊκός
δυϊκῶς
Δυίλιος
δύϊος
δῦμα
Δῦμαι
Δυμαῖαι
Δύμαινα
Δυμαῖος
Δυμάν
Δυμανᾶται
Δυμᾶνες
Δυμανίς
Δυμάντειος
Δυμαντεῖος
δύμαρ
Δύμας
Δύμβριος
δύμεναι
Δύμη
Δύμιος
δύνᾳ
δυνάζω
δῦναι
δύναμαι
Δυναμένη
δυναμερόν
δυναμερός
δυναμίδιον
δυναμικός
Δυνάμιος
δύναμις
Δύναμις
δυναμοδότως
δυναμοδύναμις
δυναμοδυναμοστόν
δυναμοδυναμοστός
δυναμοειδής
δυναμόκυβος
δυναμοκυβοστόν
δυναμοκυβοστός
δυναμοποιός
δυναμοστόν
δυναμοστός
δυναμόω
δυναμωνυμία
δυνάμωσις
δυναμωτής
δυναμωτικός
δύνασαι
δυνάσθη
δύνασις
δυναστεία
δυνάστειρα
…
δῦναι
Save
Grieks Nederlands
δῦναι
inf. stamaor.
van
δύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}