εἰδοποίημα
εἰδοποίημα, copy of an εἶδος or pattern
εἰδοποί-ημα, ατος, τό,
- copy of an εἶδος or pattern, τινός Theol.Ar. 9 (pl.).
copia de un modelo c. gen.
οἱ ἑξῆς ἀριθμοὶ περιττοί, εἰδοποιήματα αὐτῆς (μονάδος) ὄντες
εἰδοποίημα, ατος (τὸ) c. εἰδοποιΐα, Theol. p. 9.
Étym. εἰδοποιέω.
εἰδοποίημα, τό, = εἰδοποιΐα, Theol. arith.