εἰδοποιός
εἰδοποιός, forming a species, specific
- constituting a species, specific, διαφορά Arist. Top. 143b7, cf. EN 1174b5, Plot. 6.3.18, Dam. Pr. 308.
- II creating forms, Procl. Inst. 157, Dam. Pr. 310: c. gen., creating a form or pattern, ἀριθμός . . δικαιοσύνης εἰ. Theol.Ar. 28, cf. 10.
1 que da forma
τὸ δημιουργικόν
εἶδος
αἰτίαι
δύναμις
ὑγρότης εἰ. τοῦ ἀέρος
λόγος ὁ ... τοῦ πάντος εἰ.
ἀριθμὸς ... δικαιοσύνης εἰ.
μονὰς ... εἰ. αὐτῶν (περισσῶν ἀριθμῶν)
τῶν ἀνειδέων
εἰ. τῶν παθῶν
dicho del diabloαἱ εἰδοποιοὶ αὐτῶν (στοιχείων) ποιότητες
2 que constituye una especie, específico
διαφορά
εἰ.· ἀναμορφωτής
- forming a species, specific, Arist.