εἰκαιότης
εἰκαιότης, thoughtlessness
εἰκαιότης, ητος, ἡ, = foreg., Phld. Rh. 1.190 S., Vit. p.29 J., Ph. 1.193, D.L. 7.48.
1 irreflexión, insensatez
προπέτεια <δ'>, ἀνεπιστρεψία, εἰ.
πᾶσαν εἰκαιότητα διαφεύγειν
εἰς ἀκοσμίαν καὶ εἰκαιότητα τρέπεσθαι τοὺς ἀγυμνάστους
τῆς ... κοινῆς εἰκαιότητος ... ἀπέχεσθαι
2 arbitrariedad
ἡ ἀκαταστασία τῆς βασιλείας καὶ ἡ εἰ. τῶν προσεστώτων αὐτῆς
εἰκαιότης, ητος (ἡ) c. le préc. Philod. V. Herc. 2, 9 ; DL. 7, 48.
Étym. εἰκαῖος.
εἰκαιότης, ητος, ἡ, Unbesonnenheit, Eitelkeit, Sp., neben ἀκοσμία, DL. 7.48.