εἰκοσίεδρος Save LSJ Bailly 2024 Pape εἰκοσῐ-εδρος, ον, = εἰκοσάεδρος, Ti.Locr. 98d. εἰκοσί·εδρος, c. εἰκοσάεδρος, T. Locr. 98d. εἰκοσίεδρος, = εἰκοσάεδρος, Tim.Locr. 98d, v.l.