εἰκοσιετής
εἰκοσιετής, twenty years old; period of twenty years
εἰκοσῐ-ετής, ές, v. εἰκοσαετής.
εἰκοσι·ετής, ής, ές, ou, sel. d’autres, εἰκοσι·έτις, ιδος, c. εἰκοσάετις, DC. 55, 9.
εἰκοσιετής, ές, zwanzigjährig, DC. 55.9.
εἰκοσιετής
= εἰκοσαετής, Plat.