εἰκοσιοκτώ
εἰκοσιοκτώ, twenty-eight
εἰκοσῐ-οκτώ,
- twenty-eight, D.S. 14.102, BGU 458 (iii A. D.), etc.
numeral cardinal indecl. veintiocho
λίθοι
μόδιοι
στάδιοι
ἐπὶ ἡμέρας εἰ.
εἰκοσι·οκτώ, vingt-huit, Spt. 4 Reg. 10, 36 ; 1 Esdr. 5, 27 ; DS. 14, 102.
Étym. εἴ. ὀκτώ.
εἰκοσιοκτώ, acht und zwanzig, DS. 14.102.