εἰκοσιτρεῖς
εἰκοσῐ-τρεῖς, neut. εἰκοσιτρία,
- twenty-three, Ath. 13.585b.
numeral cardinal veintitrés
ἐν ταύτῃ τῇ μάχῃ ... εἰκοσιτρεῖς μόνους ἀποβαλεῖν
ἔτη
εἰκοσι·τρεῖς, εῖς, ία, vingt-trois, Ath. 585b.
Étym. εἴ. τρεῖς.