εἰκοστόπρωτος
εἰκοστόπρωτος, twentyfirst
εἰκοστό-πρωτος, ον,
- twenty-first, Nicom. Ar. 1.12.
vigésimo primero
λίθος
ὁ δέ κα ... πρὸς τῷ εἰκοστοπρώτῳ (μέρει)
el 21 (es divisible) por veintiuno
εἰκοστό·πρωτος, η, ον, vingt-unième, Nicom. Arithm. 1, 12.
Étym. εἰ. πρῶτος.
εἰκοστόπρωτος, der einundzwanzigste, Nicom. arithm.