εἰκοστάγωνος Save Bailly 2024 Pape εἰκοστά·γωνος, ος, ον, à vingt angles, Jambl. V. Pyth. 82. Étym. εἰ. γωνία. εἰκοστάγωνος, s. εἰκοσάγωνος.