εἰλαδόν
εἰλαδόν or ἰλαδόν, Adv., (εἴλη)
- = ἰληδόν, Hdt. 1.172, App. BC 2.63.
εἰλαδόν, adv. c. ἰλαδόν, Hdt. 1, 172.
εἰλαδόν, = ἰλαδόν ; Eust.; App. B.C. 2.63 ; v.l. Her. 1.172.
εἰλαδόν
εἴλη
= ἰληδόν, Hdt.