εἰκτικός
εἰκτικός, readily yielding
- readily yielding, φύσις, of the void, Phld. Sign. 18, cf. Max.Tyr. 13.3 (Comp.), Heliod. ap. Orib. 44.10.2, Them. in de An. 92.36: metaph., weak, easily refuted, λόγος Phld. Sign. 13.
1 que cede a la presión, que no ofrece resistencia en sent. fís., de lo incorpóreo
φύσις ἠναντιωμένη τῇ σωματικῇ καὶ εἰ.
τὸ πῦρ καὶ ἀέρα
τῶν ἄλλων πλατύτερόν τε καὶ εἰκτικώτερον
ὁ πλεύμων ... ἀραιός τε καὶ εἰ. ὤν
κηρὸς ... εἰ. καὶ εὐτύπωτος ὑπὸ τοῦ γλύμματος
• c. dat.
τὴν ὕλην ... εἰκτικὴν τῷ τεχνίτῃ λόγῳ θεοῦ
• fig. c. πρός y ac. de abstr.,
πρὸς τὴν ἴασιν εἰκτικώτερος
que responde mejor al tratamiento
• de pers. que obedece
εἰκτικὸν γενέσθαι καὶ μὴ ἀντίτυπον πρὸς τὴν ἀλήθειαν
2 adv. -ῶς sin oponer resistencia
πῶς εὐτάκτως, πῶς εἰ., πῶς ὑποτεταγμένως ἐπιτελοῦσιν τὰ διατασσόμενα