εἱμαρμένος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands εἱμαρμένος v. μείρομαι. εἱμαρμένος, εἵμαρται, εἵμαρτο, v. μείρομαι. εἱμαρμένος, εἵμαρται, εἵμαρτο perf.-vormen van μείρομαι.