εὐέγρετος
εὐέγρετος, easily aroused, stimulated
εὐέγρετος, ον, (ἔγρομαι, ἐγείρω)
- easily aroused, stimulated, πρὸς διδασκαλίαν v.l. in Hierocl. in CA 8 p.432 M.
εὐ·έγρετος, ος, ον, facile à éveiller, Hiérocl. C. aur. 432 Mullach.
Étym. εὖ, ἐγείρω.
εὐέγρετος, gut zu erwecken, Hierocl.