Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐπόλεμως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὔπλουτον
εὔπλουτος
ἐϋπλυνής
εὐπλυνής
εὔπλωτος
εὐπνευστία
εὔπνευστος
εὐπνοέω
εὔπνοια
εὔπνοιος
εὔπνοος
ἐΰπνοος
εὔπνους
εὐποδία
εὐποιέω
εὐποίημα
εὐποιητικός
εὐποιητικῶς
εὐποίητος
εὐποιΐα
εὐποιία
εὐποίκιλον
εὐποίκιλος
εὐποιός
εὔποκος
Εὐπόλειος
Εὐπολέμεια
εὐπολέμητος
εὐπόλεμος
Εὐπόλεμος
εὐπόλεμως
Εὐπολίδειος
εὐπολιόρκητος
εὔπολις
Εὔπολις
εὐπολίτευτος
Εὐπόμπη
Εὐπομπίδας
εὔπομπος
εὔπονος
εὐπόρευτος
εὐπορέω
εὐπόρημα
εὐπόρησις
εὐπορητέον
εὐπόρητος
εὐπόρθητος
εὐπορία
εὐπορίζω
εὐποριστία
εὐπόριστος
εὔπορος
εὐπόρφυρος
εὐπόρως
εὐποσία
εὐποσιάρχης
εὐπότιστος
εὐποτμέω
εὐποτμία
εὔποτμος
εὐπότμως
…
εὐπόλεμως
Save
Bailly 2024
εὐπόλεμως,
adv.
en habile soldat,
DC.
78, 38
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}