εὐπόρημα
εὐπόρημα, advantage, help
εὐπόρ-ημα, ατος, τό,
- advantage, help, Alcid. Soph. 26 (pl.).
εὐπόρημα, ατος (τὸ) expédient, Alcidam. p. 88, au pl.
Étym. εὐπορέω.
εὐπόρημα, τό, Hilfsmittel, Vorteil, im plur., Alcid. sophist. p. 678.3.