ζαχρειής
ζαχρειής, violently
ζαχρειής,
- v.l. for ζαχρηής. Adv. ζαχρειές violently, Nic. Th. 290.
ζα·χρειής, ής, ές, violent, impétueux, Il. 5, 522 ; adv. ζαχρειές, Nic. Th. 290, fortement, violemment.
Étym. ζα-, χράω.
ζαχρειής, ές, v. ζαχρηής.