ζάχολος
ζάχολος [ᾰ], ον, (χολή)
- = ζάκοτος, AP 9.524.7.
ζά·χολος, ος, ον [ᾰ] très irrité, furieux, Anth. 9, 524, 7.
Étym. ζα-, χολή.
ζάχολος, sehr zornig, Bacchus, Ath. IX.524.
ζάχολος
ζά-χολος (ᾰ), ον
χολή
= ζάκοτος, Anth.