Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζευγίς
ζευγίς, rope
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζεοποίιον
ζεόπυρον
ζέρεθρον
ζέρνα
ζεσελαιοξανθεπιπαγκαπύρωτος
ζεσελαιοπαγής
ζέσις
ζέσμα
ζέσσα
ζέσσε
ζέσσεν
ζεστάκρατα
ζεστολουσία
ζεστός
ζεστότης
ζετραία
ζευγάριον
ζευγατήρ
ζευγατῆρες
ζεύγελα
ζευγελάτης
ζευγηλασία
ζευγηλατέω
ζευγηλάτης
ζευγηλατρίς
ζευγήσιον
ζευγῆτις
ζευγίζω
ζευγίον
ζευγίππης
ζευγίς
ζευγίσιον
ζευγίτης
ζευγῖτις
ζεῦγλα
ζεύγλα
ζεύγλη
ζεύγληθεν
ζεύγληφι
ζευγλόδεσμον
ζεῦγμα
ζευγματικόν
ζεύγνυμι
ζευγνύω
ζευγοποιία
ζευγοποιΐα
ζεῦγος
ζευγοτροφέω
ζευγοτρόφος
ζευγοφορέομαι
ζευγοφορέω
ζευγῶχος
ζεύκτειρα
ζευκτήρ
ζευκτηρία
ζευκτήριον
ζευκτήριος
ζευκτής
ζευκτικός
ζευκτός
ζεύμαν
…
ζευγίς
Save
ζευγίς, rope
LSJ
ζευγίς, ίδος, ἡ,
rope,
BGU
544.5 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}