ζωάγριος
ζωάγριος, for saving life
ζωάγριος, ζωαγρίους χάριτας ὀφλήσεις Babr. 50.15, = ζωάγρια.
ζωάγριος
ζω-άγριος, α, ον
- for saving life, Babr.: v. ζω-άγρια.