Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζωκτήρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζῳδάριον
ζῳδιακός
ζῳδιακῶς
ζῳδιάρχης
ζῳδιογλύφος
ζῳδιοκράτωρ
ζῴδιον
ζῳδιοποιός
ζῳδιοφόρος
ζῳδιωτός
ζῴειος
ζώεσκον
ζώζω
ζωή
ζῳηδόν
ζῴην
ζωηρός
ζωητός
ζωηφόριος
ζωηφόρος
ζωθάλμιος
ζωθαλπής
ζωθαλπίς
ζωθήκη
ζωΐδιον
ζωΐδιος
ζωϊκός
Ζωΐλος
ζώϊον
ζωϊτός
ζωκτήρ
ζῶμα
ζωμάλμη
ζωμάριον
ζωμαρίτιον
ζωμάρυστρον
Ζωμεκπνέων
ζώμευμα
ζωμευτός
ζωμεύω
ζωμήρυσις
ζωμίδιον
ζωμίλη
ζωμίον
ζωμιστός
ζωμοποιέω
ζωμοποιός
ζωμός
ζωμοτάριχος
ζωμωτάριχος
ζώνα
ζωναῖοι
ζωναῖος
Ζωναῖος
ζωνάριον
Ζωνᾶς
ζώνη
Ζώνη
ζωνιαῖος
ζώνιον
ζωνίον
…
ζωκτήρ
Save
LSJ
ζωκτήρ, ῆρος, ὁ, dub. l. in
PLond.
2.236.8 (iii A.D., fort.
ζωστήρ
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}