ζωμήρυσις
ζωμήρυσις, a soup-ladle
ζωμ-ήρῠσις, εως, ἡ, (ἀρύω A)
- soup-ladle, Antiph. 249, Philem.Jun. 1.6, Anaxipp. 6.1, IG 2(2).1416 (iv B.C.), Ath. 3.126d, AP 6.101 (Phil.).
ζωμ·ήρυσις, εως (ἡ) [ῠ] cuiller à potage, Com. (Ath. 126d); Anth. 6, 101.
Étym. ζωμός, ἀρύω.
ζωμήρυσις, ἡ, Schaumlöffel, τὴν λίπους ἀφρολόγον Philp. 13 (VI.101); vgl. Ath. VII.291c.
ζωμήρυσις
ζωμ-ήρῠσις, εως
ζωμός, ἀρύω
- a soup-ladle, Anth.