ζωογονητικός
ζωογονητικός, capable of generation
ζωογον-ητικός, ή, όν,
- capable of generation, Theol.Ar. 49; σύλληψις Aët. 1.142.
ζωογονητικός, ή, όν, c. ζωογονικός, Theol. 49.
Étym. ζωογονέω.