ζωνογάστορες Save LSJ ζωνο-γάστορες (-γάστριαι cod.)· οἱ τὰς γαστέρας ζωννύμενοι, Hsch.: ζωνογάστωρ· ὁ τὴν γαστέρα ζωννύμενος, Gramm. in Reitzenstein Ind.Lect.Rost. 1892/3 p.11, cf. Hsch. s.v. μεσογάστορα.