ζωστηροκλέπτης
ζωστηροκλέπτης, one who steals belts
ζωστηροκλέπτης, ου, ὁ,
- one who steals belts, Lyc. 1329.
ζωστηρο·κλέπτης, ου (ὁ) qui dérobe un baudrier ou une ceinture, Lyc. 1329 (ζωστήρ 1, κλέπτω).
ζωστηροκλέπτης, ὁ, der Gürteldieb, der den Gürtel der Amazonenkönigin raubte, Lycophr. 1329.