Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζώφορος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζώσιμος
Ζώσιμος
ζῶσις
ζῶσμα
ζωσμός
ζώστειον
ζώστειρα
ζωστήρ
Ζωστήρ
Ζωστήριος
ζωστήριος
ζωστηροκλέπτης
ζώστης
ζωστός
ζώστρα
ζῶστρα
Ζώστριος
ζωστρίς
ζῶστρον
Ζωτεάτας
ζώτειον
ζωτικός
ζωτικῶς
ζωτύς
ζῳύλλιον
ζωΰλλιον
ζῳύφιον
ζωΰφιον
ζωφορία
ζῳφορία
ζώφορος
ζῳφόρος
ζωφυτέομαι
ζωφυτέω
ζώφυτος
ζώω
ζῳώδης
ζωώδης
ζῳωδία
ζῳωνυμία
ζώωσις
ζῳωτός
η
ἤ
ἦ
ἧ
ᾗ
Η
ἡ
ἥ
ᾖ
ἦ δʼ ὅς
ἦ μήν
ἦ τε
ἤ, ἤ
Η, η
ηʹ
ἦα
ᾖα
ἠαρινός
ἥαται
…
ζώφορος
Save
LSJ
ζώφορ-ος, ον, (φέρω)
= ζωοφόρος (q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}