ζώστειον Save LSJ Bailly 2024 Pape ζώστειον, v. ζήτρειον. ζώστειον, ου (τὸ) c. ζώτειον ou ζητρεῖον, Ar. fr. 66. ζώστειον, τό, = ζώτειον, Ar. fr. 66, EM. 414.