θηλυπρόσωπος
θηλυπρόσωπος, with woman’s face
θηλυ-πρόσωπος, ον,
- with womanʼs face, Suid. s.v. Σειρῆνας.
θηλυπρόσωπος, mit Weibergesicht, Suid. Σειρῆνες.
θηλυπρόσωπος, with woman’s face