θῆλυς
θῆλυς, θῆλυς, female; soft, delicate
- female, θήλεια θεός a goddess, Il. 8.7; Ἥρη θῆλυς ἐοῦσα being female, 19.97, cf. A. Ag. 1231, S. Tr. 1062, E. IT 621; θήλειαι ἵπποι mares, Od. 4.636, etc.; σύες θήλειαι sows, 14.16; ὄϊς θῆλυς a ewe, Il. 10.216; θήλεια μῆλα Arat. 1068; θήλεια ἔλαφος a hind, Pi. O. 3.29; θήλεα κάμηλος Hdt. 3.102; ἡ θ. ἵππος ib. 86; θ. ὄρνις S. Fr. 477; ζῷα θ. Pl. Criti. 110c; ἄπαις θήλεος γόνου without female issue, Hdt. 3.66; θῆλυς σπορά E. Hec. 659; θήλειαι γυναῖκες Id. Or. 1205; θ. κόραι Pl. Lg. 764d: with masc. nouns, ὁ θῆλυς ὀρεύς the she-mule, Arist. HA 577b22; ἄνθρωπος θῆλυς Id. PA 688b31: masc. pl., θήλεις χοροί Critias 1.8D.; but μὴ εἶναι θεοὺς ἄρρενας μηδὲ θηλείας Phld. Piet. 12.
- b ἡ θήλεα, Att. -εια, the female, Hdt. 3.109, X. Mem. 2.1.4; ἀλέκτωρ ὥστε θηλείας πέλας A. Ag. 1671 (troch.).
- c τὸ θ. γένος the female sex, woman-kind, E. Hec. 885; τὸ θ. alone, Id. HF 536, etc.; opp. τὸ ἄρρεν, Pl. R. 454d, Arist. Metaph. 988a5; [ἡ δεῖνα] τέτοκεν θῆλυ PTeb. 422.18 (iii A.D.), al.
- d of plants and trees, Thphr. HP 3.9.1; θ. κάλαμος Dsc. 1.85; θῆλυς φοῖνιξ Ach.Tat. 1.17; θῆλυ βούτομον Thphr. HP 4.10.4.
- 2 of or belonging to women, κουράων θῆλυς ἀϋτή Od. 6.122; θήλεα νοῦσος among the Scythians (cf. Ἐνάρεες), Hdt. 1.105; νόμος A. Ch. 821 (lyr.); φύσις Pl. R. 453a; χάρις APl. 16.287 (Leont.); θ. φόνος murder by women, E. Ba. 796.
- II metaph., of persons and things,
- 1 soft, gentle, θῆλυς ἐέρση Od. 5.467, Hes. Sc. 395; θ. νύξ ( = ὕπομβρος) S. Fr. 1053.
- b ὕδωρ θ. καὶ μαλακόν Thphr. CP 2.6.3; θηλυτέρα ὀσμή ib. 6.15.4; θηλύτατον πεδίον most fruitful, Call. Fr. 296; θηλύτατον ὕδωρ of the Nile, Id. Sos. vii 5.
- 2 tender, delicate, Φοίβου θήλειαι . . παρειαί Id. Ap. 37; θῆλυς ἀπὸ χροιῆς delicate of skin, Theoc. 16.49; of temper or character, soft, yielding, weak, θῆλυς ηὕρημαι τάλας S. Tr. 1075; γυνὴ δὲ θῆλυ κἀπὶ δακρύοις ἔφυ E. Med. 928; θήλεια φρήν Ar. Lys. 708, cf. E. Andr. 181; δίαιτα θηλυτέρα ἢ κατʼ ἄνδρα Plu. Mar. 34; θηλύτατος Luc. Im. 13; παλλακὴ -υτάτη Philostr. VS 2.21.2; τὸ θῆλυ τῆς ψυχῆς effeminacy, Men. 599.
- 3 in mechanics, those parts were called female into which others fitted, as the female vertebra, Poll. 2.180; γίγγλυμος J. AJ 3.6.3.
- 4 Gramm., feminine, θήλεα [ὀνόματα] Ar. Nu. 682; θήλεα Arist. Po. 1458a10.
- 5 Pythag., of even numbers, Plu. Aet.Gr. 2.264a, 288d.
- 6 Astrol., of planets, Ptol. Tetr. 19; cf. θηλυκός 3c.
- III θήλειαι, αἱ, kind of cheese made in Crete, Seleuc. ap. Ath. 14.650d.
1. vrouwelijk, van het vrouwelijk geslacht; compar. -
2. voedend, fris:
3. overdr., tegendeel van mannelijk teer, zwak, gevoelig:
weiblich ;
a) als Bezeichnung des Geschlechtes, im Ggstz zum männlichen, ἄρρην, von Hom. an überall ; von Göttern, θήλεια θεός Il. 8.7, wie Her. 2.35 ; von Menschen, Aesch. Ag. 1704 u. sonst, z.B. ἄπαις θήλεος γόνου, ohne weibliche Kinder, Her. 3.66 ; von Tieren, θήλεια ἔλαφος Pind. Ol. 3.30 ; ἵπποι Od. 4.635, wie Plat. Hipp. mai. 288b ; ὄρνις Soph. frg. 424. Bei Arist. H.A. oft ὁ θῆλυς ὀρεύς u. ä.; – θήλεια allein für Frau, Eur. Andr. 181 ; bei Tieren ἡ θήλεια, das Weibchen, Xen. Mem. 2.1.4 ; τὸ θῆλυ γένος, das Weibergeschlecht, Eur. Hec. 885, wie in Prosa τὸ θῆλυ dem τὸ ἄρρεν oft entgegengesetzt wird. Bei den Gramm. bezeichnet es das genus femininum ; schon Ar. Nub. 672 ὀνόματα θήλεα.
b) was von Weibern kommt, ἀϋτή, Weiberstimme, Od. 6.122.
c) zart, schwach, weibisch ; Soph. Trach. 1064, vgl. 1051 ; φρήν Aesch. Ch. 303 ; Ar. Lys. 708 ; Φοίβου παρειαί Callim. Ap. 37 ; Sp., wie ἠθος M.Anton. 4.28.
d) befruchtend, erquickend ; δῆλυς ἐερση Od. 5.467 ; Hes. Sc. 395, womit vielleicht θήλεια νύξ Soph. frg. 887 (VLL ἡ ὕπομβρος καὶ ποιοῦσα θάλλειν) zu vergleichen.
Kompar. θηλύτερος ; bei Hom. u. Hes. θηλύτεραι γυναῖκες, θεαί, z.B. Il. 8.520, Od. 8.324 (vgl. θηλείαις γυναιξί Eur. Or. 1205, θήλειαι κόραι Plat. Legg. VI.764d); ihnen nachgebildet oft in der Anth.; auch allein θηλυτέρα, ohne subst., Cyr. 3 (VII.557) Paul.Sil. 14, 41 (V.290, VI.71); fast gleich, dem Positiv, doch auf das schwächere, zartere Geschlecht hindeutend. – Δίαιτα θηλυτέρα ἢ κατʼ ἄνδρα Plut. Mar. 54, weichlicher. – Den superl. hat Philostr. u. Luc. imagg. 13.
[θη-, θάομαι2.]
Also in regular fem. form θήλεια Il. 2.767, Il. 8.7, Il. 11.681, Il. 20.222: Od. 4.636, Od. 9.439, Od. 14.16, Od. 21.23.
- 1
Female: θήλεια θεός Il. 8.7, ὄϊν θῆλυν Il. 10.216. Cf. Il. 2.767, Il. 5.269, Il. 11.681, Il. 19.97, Il. 20.222, Il. 23.409: Od. 4.636 = Od. 21.23, Od. 9.439, Od. 10.527, 572, Od. 14.16.
Comp. θηλυτέρη
, female as opposed to male: θεαί Od. 8.324, γυναικῶν Od. 11.386. Cf. Il. 8.520: Od. 11.434 = Od. 15.422 = Od. 24.202, Od. 23.166. - 2
Characteristic of women, feminine: θῆλυς ἀϋτή Od. 6.122.
- 3
Of dew, copious: θῆλυς ἐέρση Od. 5.467.
- 1
- 1female χρυσόκερων ἔλαφον θήλειαν O. 3.29
- Iof female sex, female, θήλεια θεός a goddess, Il.; θήλειαι ἵπποι mares, Od.; σύες θήλειαι sows, Od.; ὄϊς θῆλυς a ewe, Il.; ἄπαις θήλεος γόνου without female issue, Hdt.:— ἡ θήλεα, Attic -εια, the female, Hdt., Aesch.; χρῆμα θηλειῶν woman-kind, Eur.; τὸ θῆλυ γένος or τὸ θῆλυ the female sex, woman kind, Eur.
- 2of or belonging to women, Hdt., Aesch.; θ. φόνος murder by women, Eur.
- 3in Gramm. feminine.
- IIapplied to persons and things,
- 1fresh, refreshing, of dew, Hes.
- 2tender, delicate, gentle, θηλύτεραι γυναῖκες, θηλύτεραι θεαί (where the comp. is used much like a Positive), Hom.; θῆλυς ἀπὸ χροιᾶς delicate of skin, Theocr.; of character, soft, yielding, weak, γυνὴ θῆλυς οὖσα Soph.
-
…αὐτῷ κῦδος ἔθηκεν · ἵππους δʼ Ἀτρεΐδαο κιχάνετε, μὴ δὲ λίπησθον, καρπαλίμως, μὴ σφῶϊν ἐλεγχείην καταχεύῃ Αἴθη θῆλυς ἐοῦσα · τί ἢ λείπεσθε φέριστοι ; ὧδε γὰρ ἐξερέω, καὶ μὴν τετελεσμένον ἔσται · οὐ σφῶϊν κομιδὴ παρὰ…
Homer, Iliad
-
…μοι μήκιστα γένηται ; εἰ μέν κʼ ἐν ποταμῷ δυσκηδέα νύκτα φυλάσσω, μή μʼ ἄμυδις στίβη τε κακὴ καὶ θῆλυς ἐέρση ἐξ ὀλιγηπελίης δαμάσῃ κεκαφηότα θυμόν · αὔρη δʼ ἐκ ποταμοῦ ψυχρὴ πνέει ἠῶθι πρό. εἰ δέ κεν ἐς…
Homer, Odyssey
-
…τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὣς ὄτριχας οἰέτεας σταφύλῃ ἐπὶ νῶτον ἐΐσας · τὰς ἐν Πηρείῃ θρέψʼ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων ἄμφω θηλείας, φόβον Ἄρηος φορεούσας. ἀνδρῶν αὖ μέγʼ ἄριστος ἔην Τελαμώνιος Αἴας ὄφρʼ Ἀχιλεὺς μήνιεν · ὃ γὰρ πολὺ φέρτατος…
Homer, Iliad
-
…, αἱ δὲ, κατὰ τὰ ἰσχία, ὡς δῆθεν χωλὰ γίνοιτο, καὶ μὴ ἐπιβουλεύοι τὸ ἄρσεν γένος τῷ θήλεϊ · χειρώναξιν ἄρα τουτέοισι χρέονται, ὁκόσα ἢ σκυτείης ἔργα, ἢ χαλκείης, ἢ ἄλλο ὅ τι ἑδραῖον ἔργον…
Hippocrates, Joints
-
…προσέφη Λητοῦς ἐρικυδέος υἱός · ὦ γέρον, Ὀγχηστοῖο βατοδρόπε ποιήεντος, βοῦς ἀπὸ Πιερίης διζήμενος ἐνθάδʼ ἱκάνω, πάσας θηλείας, πάσας κεράεσσιν ἑλικτάς, ἐξ ἀγέλης · ὁ δὲ ταῦρος ἐβόσκετο μοῦνος ἀπʼ ἄλλων κυάνεος · χαροποὶ δὲ κύνες…
NA, Homeric Hymns
-
…οἷα γλῶσσα μισητῆς κυνὸς λείξασα κἀκτείνασα φαιδρὸν οὖς, δίκην Ἄτης λαθραίου, τεύξεται κακῇ τύχῃ. τοιάδε τόλμα · θῆλυς ἄρσενος φονεὺς ἔστιν. τί νιν καλοῦσα δυσφιλὲς δάκος τύχοιμʼ ἄν ; ἀμφίσβαιναν, ἢ Σκύλλαν τινὰ οἰκοῦσαν ἐν πέτραισι…
Aeschylus, Agamemnon
-
…θρόνου ἔνθεν ἀνέστη, ἀντίον ἧς ἀλόχου, καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπε · δαιμονίη, περί σοί γε γυναικῶν θηλυτεράων κῆρ ἀτέραμνον ἔθηκαν Ὀλύμπια δώματʼ ἔχοντες · οὐ μέν κʼ ἄλλη γʼ ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ ἀνδρὸς ἀφεσταίη, ὅς…
Homer, Odyssey
-
…ᾤστρησʼ ἐγὼ μανίαις, ὄρος δʼ οἰκοῦσι παράκοποι φρενῶν · σκευήν τʼ ἔχειν ἠνάγκασʼ ὀργίων ἐμῶν, καὶ πᾶν τὸ θῆλυ σπέρμα Καδμείων, ὅσαι γυναῖκες ἦσαν, ἐξέμηνα δωμάτων · ὁμοῦ δὲ Κάδμου παισὶν ἀναμεμειγμέναι χλωραῖς ὑπʼ ἐλάταις ἀνορόφοις ἧνται…
Euripides, Bacchae
-
…τόσα πώεα οἰῶν, τόσσα συῶν συβόσια, τόσʼ αἰπόλια πλατέʼ αἰγῶν, ἵππους δὲ ξανθὰς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα πάσας θηλείας, πολλῇσι δὲ πῶλοι ὑπῆσαν. καὶ τὰ μὲν ἠλασάμεσθα Πύλον Νηλήϊον εἴσω ἐννύχιοι προτὶ ἄστυ · γεγήθει δὲ φρένα…
Homer, Iliad
-
…τε θεοὺς θνητούς τʼ ἀνθρώπους, ὡς εἶδον δόλον αἰπύν, ἀμήχανον ἀνθρώποισιν. ἐκ τῆς γὰρ γένος ἐστὶ γυναικῶν θηλυτεράων, τῆς γὰρ ὀλώιόν ἐστι γένος καὶ φῦλα γυναικῶν, πῆμα μέγʼ αἳ θνητοῖσι μετʼ ἀνδράσι ναιετάουσιν οὐλομένης πενίης οὐ…
Hesiod, Theogony