θῆμα
θῆμα, tomb
θῆμα, ατος, τό, (τίθημι)
- tomb, S. Fr. 541.
- II = prooemium, Gloss.
θῆμα, ατος (τὸ) c. θήκη, Soph. fr. 484.
θῆμα, τό, = θήκη od. ἀνάθημα, Soph. frg. 484.
θῆμα, tomb