θηλυφθόριον Save LSJ Bailly 2024 θηλυ-φθόριον, τό, = ἀβρότονον, Ps.-Dsc. 3.24. θηλυ·φθόριον, ου (τὸ) c. ἀβρότονον, Diosc. 3, 26. Étym. θ. φθείρω.