θηλυδριώδης
θηλυδριώδης, effeminate
θηλυδρι-ώδης, ες,
- effeminate, μέλος Ar. Th. 131; λόγοι Sch. E. Andr. 757. Adv. -δῶς Sch.D.T. p.247 H.
θηλυδριώδης, ης, ες, efféminé, Ar. Th. 131.
Étym. θηλυδρίας, -ωδης.
θηλυδριώδης, von weiblicher, weibischer Art, μέλος Ar. Th. 131, Sp.