θρανίας Save LSJ Bailly 2024 Pape θρᾰνίας, ου, ὁ, a kind of fish, ξιφίαι θρανίαι τε Marcell.Sid. 29 (cf. θρανίς):—also θρανίαι· θρόμβοι, Hsch. θρανίας, ου (ὁ) [ᾰν] c. θρανίς, M. Sid. 29. θρανίας, ὁ, ein Fisch, Marcell.Sid. S. θρανίς.