θρανογράφος
θρανογράφος, wall painter
θρᾱνογράφος [γρᾰ], ὁ,
- = τοιχογράφος, Plb. 15.25.32, Hsch.
θρανο·γράφος, ου (ὁ) [ᾱᾰ] c. τοιχογράφος, Pol. Fr. hist. 2, p. 30 Müll.
Étym. θρᾶνος, γράφω.