θυέλλειος
θυέλλ-ειος, α, ον,
- = sq., στροφάλιγγες Orac. ap. Suid. s.v. Ἰουλιανός.
θυέλλειος, α, ον, c. le suiv. Oracl.
Étym. Suid. vo Ἰουλιανός.
θυέλλειος, stürmisch, Orak. bei Suid. v. Ἰουλιανός.