κάλημι
κάλημι [ᾰ],
- Aeol. for καλέω, Sapph. 1.16 (v.l. κάλ-ημμι), Supp. 21.4: 3sg. impf. ἐκάλη Alc. Supp. 10.5.
κάλημι [ᾰ] éol. c. καλέω, Sapph. 1, 16.
κάλημι, äol. = καλέω, Sapph. 1.