Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάλχιον
κάλχιον, purple dye
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλυμμάτιον
Κάλυμνα
Καλύμνιος
Κάλυνδα
Καλυνδεῖς
Καλυνδικός
κάλυξ
κάλυξις
καλύπτειρα
καλυπτήρ
καλυπτηρίζω
καλυπτήριον
καλύπτης
καλυπτός
καλύπτρα
Καλύπτρη
καλύπτρη
καλύπτω
καλυφή
καλύφη
καλύφιον
κάλυψ
κάλυψις
Καλυψώ
καλχαίνω
Καλχαντιάδης
Κάλχας
κάλχη
Καλχηδόνιος
Καλχηδών
κάλχιον
καλχίς
καλῴδιον
καλώδιον
Καλώνδης
καλωνυμέομαι
καλώνυμος
καλωπός
Κάλωρ
καλῶς
κάλως
καλωστρόφος
κάμ
καμακίας
καμακίδιον
καμάκινος
καμάκιον
καμάν
Κάμανδρος
κάμαξ
καμάρα
καμαρεύω
καμαρικά
καμαρικός
Καμάρινα
Καμαριναῖος
καμαρινῶς
καμάριον
καμαρίς
καμαροειδής
κάμαρος
…
κάλχιον
Save
κάλχιον, purple dye
LSJ
κάλχιον, τό,
purple dye,
Sch.
Nic.
Al.
393.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}