Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάμω
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
▲ earlier
καμπυλιάζω
Καμπύλινος ποταμός
καμπύλλω
καμπυλόγραμμος
καμπυλοειδής
καμπυλόεις
καμπυλόομαι
καμπυλόπρυμνος
καμπυλόρριν
καμπυλόρρινος
καμπύλος
καμπυλοσαλπιστής
καμπυλότης
καμπύλοχος
καμπυλόω
κάμψα
Κάμψα
καμψάκης
καμψάνεμα
καμψάριος
καμψεῖον
κάμψη
καμψιδίαυλος
καμψικίζω
καμψίον
καμψίουρος
καμψίπους
κάμψις
καμψόδυνος
καμψός
κάμω
κάμων
κάν
κἄν
κἀν
Κανά
Κανᾶ
κανάβευμα
κανάβινος
κανάβιος
καναβιουργός
κάναβις
κάναβος
κάναδοι
κανάζω
Κάναθα
κάναθρον
Κάναι
Κανάκη
κάνακις
Καναναῖος
Κανανίτης
κάνασθον
κανάσσω
καναστραῖα
Καναστραῖος
κάναστρον
Κάναστρον
καναφόρος
καναχά
Καναχᾶς
…
κάμω
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
κάμω,
sbj. ao. 2 de
κάμνω
.
κάμω
conj. aor.
van
κάμνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}