κανάβευμα Save LSJ Bailly 2024 Pape κανάβευμα, v. κινάβευμα. κανάβευμα, ou καννάβευμα, ατος (τὸ) [ᾰτ] modèle, ébauche, Ar. fr. 561, conj. de Schneid. p. κινάβευμα. Étym. κάναβος. κανάβευμα, τό, Modell, Entwurf, l.d. , s. κινάβευμα.