καμπυλόρριν
καμπυλόρριν, hook-nosed
καμπῠλό-ρρῑν, ῑνος, ὁ, ἡ,
- hook-nosed, EM 395.36, Hsch. s.v. γρυπός.
καμπυλόρριν, ῑνος, krummnasig, VLL, Erkl. von γρυπός.
καμπυλόρριν, hook-nosed