καμπυλότης
καμπυλότης, crookedness, curvature
καμπῠλότης, ητος, ἡ,
- crookedness, curvature, Hp. Coac. 214, Arist. Cat. 10a13, PA 643a33, Gal. 4.796.
καμπυλότης, ητος (ἡ) [ῠ] courbure, inflexion, Arstt. H.A. 1, 9 ; Gal. 4, 796.
Étym. καμπύλος.
καμπυλότης, ητος, ἡ, die Krümmung, Arist. H.A. 1.9 u. Sp.