Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάνασθον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καμψιδίαυλος
καμψικίζω
καμψίον
καμψίουρος
καμψίπους
κάμψις
καμψόδυνος
καμψός
κάμω
κάμων
κάν
κἄν
κἀν
Κανά
Κανᾶ
κανάβευμα
κανάβινος
κανάβιος
καναβιουργός
κάναβις
κάναβος
κάναδοι
κανάζω
Κάναθα
κάναθρον
Κάναι
Κανάκη
κάνακις
Καναναῖος
Κανανίτης
κάνασθον
κανάσσω
καναστραῖα
Καναστραῖος
κάναστρον
Κάναστρον
καναφόρος
καναχά
Καναχᾶς
καναχέω
καναχή
καναχηδά
καναχηδής
καναχηδόν
καναχήπους
καναχής
καναχίζω
καναχισμός
καναχός
Κανδαῖος
Κανδάκη
κανδαλιστής
κάνδαλοι
Κανδαουία
κάνδαρος
Κάνδασα
κανδαύλας
Κανδαύλης
κάνδαυλος
Κανδάων
κανδῆλα
…
κάνασθον
Save
LSJ
κάνασθον, τό,
= κάναστρον,
Schwyzer
748.3 (Naucratis).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}