καθεψιάομαι
καθεψιάομαι, to mock at
καθεψιάομαι,
- mock at, c. gen., ὡς σέθεν αἱ κύνες αἵδε καθεψιόωνται Od. 19.372.
καθ·εψιάομαι-ῶμαι [ᾰ] se railler de, gén. Od. 19, 372.
καθεψιάομαι, verspotten, illudere, τινός, Od. 19.372, Schol. καθάπτεσθαι, λοιδορεῖσθαι.
†καθεψιάομαι
[καθ-, κατα- 2.]
3 pl. καθεψιόωνται.
To jeer at, mock.
With genit.: σέθεν Od. 19.372.
καθεψιάομαι : make sport of; τινός, Od. 19.372†.
καθεψιάομαι
- Dep., to mock at, Lat. illudere, c. gen., Od.