καθευρεσιλογέω Save καθευρεσιλογέω, invent reasons LSJ Bailly 2024 καθευρεσῐλογέω, invent reasons, Plb. 12.25k. 9. καθ·ευρεσιλογέω-ῶ [ᾰῐ] c. εὑρεσιλογέω, Pol. Exc. Vat. p. 397.