καθεστήξω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands καθεστήξω, fut. 3 of καθίστημι, with intr. sense. καθεστήξω, v. καθίστημι. καθεστήξω indic. fut. perf. act. van καθίσταμαι (καθίστημι).