About Report a problem

Menu

καθετήριον

καθετήριον, plug of lint, pessary

καθετ-ήριον (sc. ὄργανον), τό,
  • = καθετήρ I, f.l. in Hp. Mul. 2.157; τὸ ὄργανον τὸ κ. Aret. CA 2.9.

Saved

Recent