Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθυφέτης
καθυφέτης, praevaricator
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθυποβαίνω
καθυποβάλλω
καθυπογράφω
καθυποδείκνυμι
καθυποδέχομαι
καθυποδύομαι
καθυποδύω
καθυποζεύγνυμι
καθυπόκειμαι
καθυποκλέπτω
καθυποκλίνω
καθυποκρίνομαι
καθυπονοέω
καθυποπίπτω
καθυποπτεύω
καθυποσαίνω
καθυποσπάω
καθυποστιβίζω
καθυποστρέφω
καθυποτάσσω
καθυποτοπέομαι
καθυποτρέχω
καθυπουργέω
καθυποφαίνω
καθυποψιθυρίζω
καθυστερέω
καθυστερίζω
καθυστερικῶς
καθυφαίνω
καθύφεσις
καθυφέτης
καθυφίημι
καθυφίσταμαι
καθυφίστημι
καθυψηλός
καθύω
κάθω
καθῶ
καθωπλισμένως
καθωραΐζομαι
καθωρισμένως
καθώς
καθώσπερ
καί
καἰ
καὶ .. μήν
καὶ ἄν
καὶ γάρ
καὶ δέ
καὶ δή
καὶ εἰ
καὶ μέν
καὶ μήν
καί νύ κε
καὶ νῦν
καί ῥα
καί … γε
καὶ … γε
καὶ … δέ
καὶ … μέντοι
καιάδας
…
καθυφέτης
Save
καθυφέτης, praevaricator
LSJ
καθυφ-έτης, ου, ὁ,
praevaricator,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}