Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθυποδύομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθυπεμφαίνω
καθυπενδίδωμι
καθυπερακοντίζω
καθυπερβάλλω
καθυπερέχω
καθυπερηφανεύομαι
καθυπερηφανέω
καθυπερηφανία
καθύπερθε
καθύπερθεν
καθυπέρτατος
καθυπερτερέω
καθυπερτέρησις
καθυπερτερητικός
καθυπερτερία
καθυπέρτερος
καθυπερτίθεμαι
καθυπηρετέομαι
καθυπηρετέω
καθυπισχνέομαι
καθυπνής
καθύπνιος
κάθυπνος
καθυπνόω
καθύπνωσις
καθυποβαίνω
καθυποβάλλω
καθυπογράφω
καθυποδείκνυμι
καθυποδέχομαι
καθυποδύομαι
καθυποδύω
καθυποζεύγνυμι
καθυπόκειμαι
καθυποκλέπτω
καθυποκλίνω
καθυποκρίνομαι
καθυπονοέω
καθυποπίπτω
καθυποπτεύω
καθυποσαίνω
καθυποσπάω
καθυποστιβίζω
καθυποστρέφω
καθυποτάσσω
καθυποτοπέομαι
καθυποτρέχω
καθυπουργέω
καθυποφαίνω
καθυποψιθυρίζω
καθυστερέω
καθυστερίζω
καθυστερικῶς
καθυφαίνω
καθύφεσις
καθυφέτης
καθυφίημι
καθυφίσταμαι
καθυφίστημι
καθυψηλός
καθύω
…
καθυποδύομαι
Save
LSJ
καθυπο-δύομαι, strengthd. for
ὑποδ-,
Eustr.
in EN
372.27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}