καθυπόκειμαι
καθυπόκειμαι, to be ‘in being’, ‘in evidence
καθυπό-κειμαι, strengthd. for ὑπόκ-,
- to be ‘in being’, ‘in evidence’, Artem. 1.1.
καθ·υπόκειμαι, c. ὑπόκειμαι, Artém. 1, 1.
καθυπόκειμαι, (κεῖμαι), = ὑπόκειμαι, Artemidor. 1.1.